Τα κλειδιά




Στάθηκε μια στιγμή.
Για την ακρίβεια κοντοστάθηκε..
Κοίταξε ένα σπίτι στα δεξιά της.Από εκείνα τα νεοκλασικά διατηρητέα που κοσμούν την γκρίζα πόλη...
Πόσο όμορφο ήταν.
Τριώροφο, με μικρές φθορές σε διάφορα σημεία, κυρίως στην κορυφή.
Φαίνοταν να χτίστηκε στα χρόνια πριν τον Μεσοπολέμο.
Παρατήρησε τις κόκκινες εσοχές στα γωνιακά παράθυρά του...

."Πόσοι άνθρωποι να είχαν ζήσει και πεθάνει εδώ μέσα,είχαν περπατήσει στα ξύλινα πατώματά του,πόσοι είχαν γεννηθεί,είχαν δει τα παιδιά τους να κάνουν τα πρώτα τους βήματα,έιχαν κοιμηθεί  ιδωμένοι κ αποκαμωμένοι από έρωτα ή έιχαν κλάψει με μαύρο δάκρυ για την ζωή τους;"σκέφτηκε...
Δίπλα του, ακριβώς,σαν σε  απεικόνιση σουρεαλιστή ζωγράφου, ξεπρόβαλε μια μουντή μονοκατοικία,με λίγες γλάστρες στην αυλή της, που είχαν ξεραθεί τα λουλούδια τους,από καιρό,με σκουριασμένη την μπροστινή της πόρτα και τα ξύλινα παράθυρα,που κάποτε μαρτυρούσαν ,πως ήταν πράσινα,ήταν σαν κάποιος να τα είχε λιθοβολήσει και ήταν γεμάτα ρωγμές που μάτωναν ακόμη...
¨"Να είχαν μόνο πληγές οι άνθρωποι που ζούσαν κάποτε εδώ μέσα ή κάποτε να ήταν ευτυχισμένοι κ γεμάτοι μικρές τρυφερές χαρές;"
Προχώρησε βιαστικά κ κούμπωσε κ το επάνω κουμπί από το μαύρο παλτό της...
.Ενα σπίτι.

Δύο σπίτια.

Δύο κεραμίδια.Δύο ζωές.Δύο στιγμές.

Δύο για πάντα.

Δεν μπορεί,κάτι αγαπάς περισσότερο.κάτι αδικείς και κάτι λησμονείς.
Ένα έίναι σίγουρο.

Δεν χωράς και στα δύο.
Στο ένα περισσεύεις κ στο άλλο έχασες το κλειδί.

Στο ένα σε περιμένουν,στο άλλο ανυπομονέίς να μπεις.

Στο ένα κοιμάσαι,στο άλλο χορεύεις.

Το ένα έχει τα νιάτα σου κ το άλλο το έίναι σου.

Κοντοστάθηκε..
Που της είπαν πως την περιμένουν;
'Εκάνε ψύχρα κ ο βοριάς τρυπώνε στο μεταξωτό της φόρεμα.

Είχε φτάσει κάμποση ώρα νωρίτερα.

Μπήκε στο μπαρ που είχαν ραντεβού.
Είχε μια μυρωδιά ανακατεμένη με αλκοόλ και μούχλα,παράξενο,την βρήκε ωραία και τα καθίσματα ,καθώς και τα τραπέζια του ήταν ντυμένα με κόκκινα υφάσματα από βελούδο κ τσόχα...
Μέσα στο μαγαζί ήταν ζεστά.
Έτριψε τα χέρια της το ένα με το άλλο για να τα ζεστάνει.
Της άρεσε το μπαράκι.
Δεν είχε έρθει ξανά εδώ.Παρακμιακό θα το χαρακτήριζαν οι αστοί,σκέφτηκε γελώντας
.Αγαπούσε τα παρακμιακά μαγαζια.

Αγαπούσε οτι είχε ακμή και τώρα δεν την έχει με τον φυσικό τρόπο που του ορίζει η φύση κ ο χρόνος...

Δυο αντροπαρέες καθόταν σε μια γωνιά του,εκείνη που μόλις μπούκαρε μέσα,προσπαθώντας να μην κάνει φασαρία,λες και θα ξυπνούσε κάποιον από την ραστώνη του,ο μπάρμαν γύρω στα πενήντα και μια κούκλα σερβιτόρα..

Κάθισε στην αλλη γωνία,παρήγγειλε ένα ουίσκι,έπειτα ένα ακόμη και ένιωσε να χαλαρώνει,να αφήνεται και να ζεσταίνονται όλα τα μέλη της..
.Ζήτησε ένα ακόμη .

Περιμένε ακόμη.Το προτιμούσε τελικά.

Έίχε τόσο καιρό να πιει μόνη της..
Κοίταξε το κινητό της..
Μήπως να τους πάρει τηλέφωνο;Είχαν αργήσει..
Το μετάνιωσε.
Το έβαλε στην τσάντα της κι άναψε ένα τσιγάρο...

Θυμήθηκε τα σπίτια που είδε καθ οδόν...
Γιατί σκέφτηκε τα σπίτια,αντί να σκεφτεί κάτι άλλο,τώρα δα,που είναι ήρεμη κ μια ζέστη την έζωνε και αντί να την νανουρίζει την ξυπνούσε με ορμή?

"Εγώ είμαι το σπίτι." μονολόγησε...

"Εγώ είμαι η ζεστή κουβέρτα,εγώ η μυρωδιά λεβάντας,εγώ είμαι τα λαδωμένα τηγάνια,τα άπλυτα ρουχα,τα μοσχοβολιστά σεντόνια.
Εγώ είμαι το ένα σπίτι,εγώ είμαι και το άλλο.
Δεν ξέρω τι είμαι περισσότερο από τα δύο.

Εγώ είμαι το ξεραμένο λουλούδι στην γλάστρα,το ψηλό ταβάνι,το παράθυρο με τις λαβωμένες εγκοπές,εγώ είμαι ο πολυέλαιος στο ταβάνι,εγώ είμαι που στέκομαι στο μπαλκόνι με τα σκαλισμένα αετώματα κ ρεμβάζω,εγώ είμαι το κουτί με τα σοκολατάκια πάνω στο σύνθετο..
Εγώ είμαι το σαλόνι με τους μεγάλους καναπέδες,εγώ είμαι κ η αποχεύτευση."

Ένας τύπος την είχε πλησιάσει στο ένα μέτρο..

"Να σε κεράσω ενα ακόμη",της είπε χαμογελαστά.

Την στιγμή εκείνη,το κινητό της χτύπησε δυνατά,πριν προλάβει να του απαντήσει..
'που είσαι ρε;"άκουσε μια αγαπημένη φωνή στην γραμμή..

Σε λάθος μαγαζί ειχε μπει ,της είπαν.Την περίμεναν ώρα..
Κοίταξε το ρολόι της,έχει περάσει όντως η ώρα...

Σηκώθηκε χαμογέλασε πίσω στον όμορφο άντρα που την χάζευε και αφού του απάντησε πως έχει πιει αρκετά για απόψε, και για μια στιγμή ένιωσε λύπη που του χάλασε την αποπλάνηση που είχε στον νου του,πλήρωσε,βγήκε αργά,γιατί είχε ζαλιστεί λιγάκι,δεν κούμπωσε το παλτό,δεν κρύωνε πια ,σήκωσε το κεφάλι της κ παρατήρησε τα μπαλκόνια από τις απέναντι πολυκατοικίες...

Δεν ήταν ίδια τελικά κι ας φαινόταν ολόιδια..

Άνοιξε την τσάντα της...

Έπιασε τα κλειδιά της.

Τα κλειδιά του σπιτιού της..
Τα κλειδιά της καρδιάς της....

"Γαμώτο" είπε φωναχτά. λες και απευθυνόταν σε κάποιον
".έγώ έχω τα κλειδιά.....μπαγάσα κόσμε, με γέλασες."

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις