Ολο το μωβ του χάρτη








Μα να μην κουράζεται ποτέ ο άτιμος...

-"Μπορούμε να σταματήσουμε λιγάκι,κουράστηκα",είπα με τον γνωστό τρόπο που τον κάνει να παραδίνεται ανευ όρων στις "προσταγές" μου..

-"μα μικρή μου,ήταν ανάγκη να φορέσεις ψιλοτάκουνα πέδιλα,αφού στο είπα πως έχουμε διαδρομή κ αυτό το φόρεμα σε εμποδίζει να κάνεις κ άνετα βήματα"

-"Μα μου αρέσουν και αυτό είναι που μετρά,θα σταματήσουμε τώρα;"ξαναείπα λαχανιασμένη

-"θα σταματήσουμε όσο θες,είσαι τόσο ξεροκέφαλη που νομίζω πως δεν θα καταφέρω ποτέ να σε αντέξω"είπε σε ένα παιχνιδιάρικο τόνο ...


Χαμογέλασα αυτάρεσκα,σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου(παρόλο το "δανεικό" ύψος από τα τακούνια ήταν αδύνατον να τον φτάσω,ήταν πανύψηλος),τον πλησίασα και τον φίλησα απαλά...


Μπροστά στα πόδια μας απλώνονταν η πιο αχανής κ πολύχρωμη πεδιάδα που είχα δει νομίζω ποτέ ως τότε...
Ακούμπησα στο στήθος του κι άφησα το βλέμμα μου να χαθεί στα μήκη και  πλάτη του ορίζοντα που εκείνος ήθελα να μου συστήσει...


Είχαμε ήδη αφήσει μέρες την Μασσαλία που για μένα ήταν μια αποκάλυψη,για εκείνον όχι μια κ τα μέρη αυτά τα είχε δει αρκετές φορές.Το μπλε της θάλασσας που άπλωνε στο ιστορικό της λιμάνι ήταν τόσο κυανό που έμοιαζε τούτο το χρώμα, σαν να είχε ανακαλυφθεί μόνο για να σκεπάσει τα νερά του όρμου της.


Νόμιζα πως βρισκόμουν στο κέντρο όλων των πολιτισμών του κόσμου μαζί.

Από την μια η αρχιτεκτονική με τα πανύψηλα κτίρια στις αποχρώσεις της τερακότας κ από την άλλη οι γηγενείς κάτοικοι της να χάνονται στα βάθη της μεγάλης πολιτιστικής κ ιστορικής κληρονομιάς της.
Οι κοσμοπολίτες βρίσκουν εδώ πραγματικά την βάση τους,για μένα όμως,που ήμουν απλά μια νέα ερωτευμένη γυναίκα,απλά συμπλήρωναν ένα παραμυθένιο σκηνικό του μυαλού μου με τα αρχέγονα ένστικτα της πλοκής τούτου του κόσμου...

Και τώρα εδώ,περπατούσα κρατώντας το χέρι του σφιχτά,με τον μεσημεριανό ήλιο να μας ζεματά το πρόσωπο και την απαλή γεύση από το γλυκό κρ
ασί που είχαμε δοκιμάσει το πρωί,ακόμη στα χείλη μου,έμοιαζε ο κόσμος όλος να χωρά μες στην παλάμη του...

οι αμπελώνες που ξεπρόβαλαν στο βάθος έμοιαζαν να αναπνέουν , θαρρείς, σαν ήρωες από μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά.

Περπατήσαμε λίγο ακόμη μέσα από ένα επαρχιακό δρόμο που θα μας οδηγούσε στα μικρά γραφικά χωριά που σχεδόν αγκάλιαζε η αύρα της μεσογείου


Μας βρήκε το ηλιοβασίλεμα πάνω από τα χωράφια με τις λεβάντες,που στα χρώματα ακριβώς στο μούχρωμα έμοιαζαν με γυναίκες πολύχρωμες που λικνίζονταν ρυθμικά .



-"Νομίζω πως το βράδυ θα με βάλεις να σου τρίψω τα πόδια μικρή"μου είπε χαρίζοντας μου το πιο τρυφερό του χαμόγελο,"κουράστηκες πολύ,έτσι;"


Γέλασα κ αναφώνησα πως "ναι" κ πως πεινούσα πολύ και πως ήθελα να πάμε στην θάλασσα το πρωί και να κάτσουμε εκεί μέχρι να πεθάνω.


Γέλασε σαν παιδί έτσι, όπως δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ, κάνοντας εκείνο το απίθανο λακκάκι στο αριστερό του μάγουλο που με ξετρέλαινε κΑΙ μου είπε με "θράσος'

"γλυκεία μου εσένα ο θάνατος θα σε βρει πάνω σε μια γουλιά κρασιού,χορτάτη κΑΙ γαλήνια,όταν θα έχεις αποκοιμίσει τα πάθη σου ένα βράδυ κι όχι στην αγκαλιά της θάλασσας"

σκέφτηκα πως ο θάνατος έρχεται πάντα άδοξα,αλλά δεν του το είπα.Άφησα μόνο όλες τις μωβ αποχρώσεις να ζωγραφιστούν απ το βλέμμα του..

νότια γαλλία...
χίλια χρόνια πριν...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις